Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Amola Kaluba. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Amola Kaluba. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Καλτ γκόμενος.

Δεν τον αντέχω , δεν τον μπορώ. Έρχεται συνέχεια με αυτό το λοξό του καπελάκι αλά Waits , το επίσης λοξό του υφάκι με προσποιητό βαθύ βλέμμα,  το παραχαϊδεμένο  του μουσάκι, μα στ' αλήθεια? Γίνεται να μην τον έχει πάρει χαμπάρι κανείς? Κάθεται με ανησυχία στην καρέκλα και δεν χάνει τον χρόνο του. Τραβάει την προσοχή απ' τα μαλλιά. Η δική μου πόνεσε με την πρώτη του φράση. Όχι πάλι, σκέφτηκα και έκοψα μια βόλτα με τα μάτια μου για ένα ίχνος συμπαράστασης απ' τα μάτια κάποιου που συμπάσχει. Τζάμπα περπάτημα, δεν βρήκα κανένα. Κοίταξα ψηλά για κάποιο έλεος και τι να δω, όλοι κρέμονταν απ' τα χείλη του, και εγώ , στο έδαφος πια, έτριβα την μούρη μου στην άσφαλτο κατά την προσπάθεια να πιέσω το μυαλό μου να εστιάσει αλλού. Αλλά η φωνή του είναι αξεπέραστη. Ζεστή, βραχνή. Ταλέντο το λένε κάποιοι κάποιοι. Εγώ πιστεύω πως καπνίζει ένα πακέτο πριν βγει στην σκηνή για να  τον παίξει. Όλα τα βλέμματα γύρισαν προς το μέρος μου. Δεν μπορεί! Απευθύνθηκε σε μένα! Ξύπνησα απ' το ηδονικό μου όραμα πόνου και τότε πόνεσα στ' αλήθεια. "Εσύ τι πιστεύεις?", με ρώτησε, περιμένοντας να συμφωνήσω με κάποια θεωρία του, προσθέτοντας με φιλοσοφικό λόγο στοιχεία, αλλά  όχι πολλά ούτως ώστε να μην χάσει τα copyrights. "Συγνώμη αφαιρέθηκα", είπα με εμφανή ειλικρίνεια, "τι με ρώτησες?". "Σε ρώτησα τι γνώμη έχεις για το μπλα μπλα μπλα..", απάντησε θιγμένος στα κρυφά. Με είχε ήδη χάσει και το ήξερε. "σε τσάκωσα", έλεγε το βλέμμα μου. "μπεεεε" , απαντούσε το δικό του. Αλλά κανείς δεν έπιασε αυτές τις συχνότητες και βγήκα πάλι μαλάκας. Δεν άντεξα, στον επόμενο προβληματισμό του χώθηκα σαν φύκι στα μαλλιά του. Φαφλάτισε κάτι για την απέραντη θάλασσα που του προκαλούσε θλίψη. Αναστέναξα ασυνείδητα από την βαρεμάρα μου. "και εσένα σου προκαλεί θλίψη ε?", παρερμήνευσε απευθυνόμενος και πάλι στο πρόσωπό μου. Δεν τα παρατούσε με τίποτα, δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Έπρεπε να μας σώσει όλους απ'την αμάθεια ο σοφός ο καλλιτέχνης, ο δάσκαλος του δρόμου, ο χριστός της γειτονιάς μας. Βρε άι στο διάολο. Τώρα με στρίμωξε για τα καλά, χαχάνισα από μέσα μου και μετά το χάος.
Ξεκίνησα πάλι με  έναν αναστεναγμό και στην συνέχεια  άρχισα να κολλάω μεταξύ τους λέξεις που κολλάνε από μόνες τους : Η θάλασσα. Αυτή η αλμυρή αγριάδα της φύσης που δεν σου επιτρέπει να φοράς την μάσκα σου. Γιατί στην ανταντανάκλασή της φαίνεται μόνο ο γυμνός εαυτός σου. Κάπου εκεί αηδίασα με τον γυμνό εαυτό μου αλλά μέχρι να τελειώσω την σάλτσα μου,  με είχε ήδη φάει με το βλεμματικό του χειροκρότημα. Κάτι στην ανακούφιση του Tom, κάτι στην ατμόσφαιρα αποδοχής της γλυκανάλατης βλακείας, κάτι σαν γεύση κατακαθιού μου αποτελείωσε το είναι και δεν άντεξα. Ήθελα να πω πολλά αλλά αυτά τα λόγια, τα αληθινά ποτέ δεν μου κάθονται αρκετά για να τα ξεστομίσω. ωρύονται  αστραπιαία και ταυτοχρονισμένα μέσα στο κεφάλι μου και με κάνουνε να τρέμω. "είσαι ηλίθιος" , κατέληξα με ευκολία. πλήρωσα και έφυγα.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Happy Smiles Giving

I was lying alone in my bed feeling sick

so i created a clone to hug under the sheet.

"This air can't be breathed", i cried like a child,

"but your lungs are fulfilled", my dear clone replied.

I asked for a story, a bedtime cute tale

to fall in some dream and stop this sleep fail.

"There, once, was a boy..", my clone's pale voice started,

"..who lived in a town where love seemed retarded.

People would smile at faces that smiled

and kill all the others to clean the mankind.

But the boy was born crying and the neighbors did heard

so they grabbed all their weapons to protect smiles from hurt.

Make me smile and laugh hard, said the boy to his mother,

i want to love and be loved like all the others have each other.

And the mother start fighting for the sake of her son,

every day felt like war and every night she dreamed that won.

She tried clowns, silly jokes, and fairy tales for Santa Claus,

she tried hard with truth and lies but it was all a lost cause.

Then she paid a famous actor to teach the boy how smile should be

and he became the best of smilers, so he was acting to be free.

For long years this play hold when one day he came of age

and he noticed in the mirror ugly wrinkles from the rage.

But he knew he should be strong

cause not smiling was wrong.

So he hid into his room, took a needle and black thread

to sew his lips wide to his ears, so he could live without a threat.

In time he got so sick and tired that some nights he cried for cure,

he didn't know if he was happy, loved or hated, rich or poor.

Till some day he met a girl, pretty and kind just like his mother,

he smiled true smile, fell for her eyes, and named her, his significant other.

They made sweet love in every glade, bathroom, bed and elevator

but he once teardropped by passion and she called him "filthy traitor".

Not believing what just happened he ran faster than his thoughts,

drank every last tear to get drunk and tried to breath sniffing his snots.

Doomed to love her, he went back, to her heart his heart to offer

but she whispered to his ear "forever smile or go to slaughter".

He felt alone these few last seconds, but he was free just like a bird

and he was happy to escape from all the fake he saw and heard.

He screamed his last words with no fear, in his way to guillotine

smiling faces fucking lie you pathetic needy bitch (...) and yes i'm a fuckin’ libertine .

And death embraced his body kindly, led him to another path,

where he found a few non-smilers, with whom he shared more than a laugh."

I thanked my clone for this nice story, i did not smile, did not cry either

i just fell in that boy's dream, thinking he was a great achiever.


Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Σκουλήκια Vs Νεκροί

-Μα έφαγα το μήλο μου για σήμερα!
-Αυτό είναι το πρόβλημα μωρή αμαρτωλή.

Σαν ξόρκι μου ακούστηκε και πέθανα στην στιγμή. Το επόμενο πρωί πήγα νοσοκομείο για να γιατρέψω η κρυάδα. Ο γιατρός είπε κάπνισμα τέλος. Φρίκη! Βγήκα χωρίς τα πνευμόνια μου να πιω καμία μπύρα. Ίσως να έκλεβα και μια τζουρίτσα στα μουλωχτά. Κατέληξα με έναν φρεσκοανοιγμένο καπνό στα μπούτια μου, να στρίβω και να καπνίζω κάτι τσιγάρα να! Δεν ήπια την μπύρα που παρήγγειλα, δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβα ούτε μια λέξη να ξεστομίσω. Απ' το στόμα μου μπαινόβγαινε μόνο ο θάνατος, και να σου πω κάτι?, το γούσταρα. Την επόμενη, στον γιατρό, μασούσα πασατέμπο και τα λόγια μου. Ποτό τέλος, λέει με ευκολία και με στέλνει σπίτι, σε ένα σπίτι στυφό και ψυχρό και νηφάλιο και πιο τετράγωνο από ποτέ. Βγήκα χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συκώτια και χωρίς νεφρά. Ήπια ένα μπουκάλι ρούμι και το πλήρωσα. Τι το' θελα? Τα όργανά μου με περίμεναν με οίκτο. Μου κλαψούριζαν με παιδικές φωνούλες μέχρι να τα στριμώξω πάλι μέσα μου, να με ράψω και να κοιμηθώ.
Ύπνος τέλος, είπα στον γιατρό. Με φούλαρε με χάπια, ασκήσεις και ψυχοθεραπευτικά cd. Έβγαλα τα σωθικά, το κεφάλι και τα πόδια μου. Ξεμύτισα έρποντας προς το γνωστό μπαράκι. Με βρήκαν τα σκουλήκια και μου μίλησαν στην γλώσσα τους. Πάμε για φαή, θα έρθεις? Κατέληξα να τρώω όσους σκότωσα και μέχρι να τους χωνέψω με είδαν οι νεκροί και με απήγαγαν. Δεν τους αδικώ, έκλεψα και γύρισα στον τόπο του εγκλήματος. Κατά μία έννοια τα ήθελε ο κώλος μου.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Περάστε, στριμώξτε τον κώλο σας και με το 3 ξεκινάμε.

Βήματα στον κόσμο της απελπισίας και κλισέ μακαβριότητες. Αυτοκαταστροφή δηλαδή. Χτυπήθηκαν μεταξύ τους τα κεφάλια που ζουν στο κεφάλι μου γιατί ανταλλάσσοντας κουβέντες δεν καταλήξαν πουθενά. Και το ένα, το μεγάλο, το δικό μου, αυτό με τα μαλλιά, με τον ίδιο ρυθμό, με την ίδια φόρα κοπανιόταν στον τοίχο για ώρες. Να φανταστείς πως πριν από λίγο αναρωτιόμουν τι χρώμα να βάψω το σπίτι! Και κούνια μπέλα στην ίδια τρέλα που με ζόριζε παλιά. Τώρα η τύχη που όρισα με τραβάει απ' τα μαλλιά και κούνια μπέλα, με εκτοξεύει και με ρίχνει στα βαθιά. Με το 3 πάλι βουτιά, και μέχρι το επόμενο 3 πάλι βουτιά. Ο τοίχος κοκκίνισε Άρχισα να βλέπω τα γνωστά αστέρια. Θα μπορούσα να ορκιστώ με τιμωρία την κρεμάλα πως ήταν μάτια. Υγρά. Μεγάλα. Κόκκινα. Μάτια. Το κεφάλι μου άνοιξε. Βρήκα εσένα πεσμένο και σπασμένο σε κομμάτια. Θα σε πατούσα αν έφταναν τα πόδια μου. Συνέχισα όμως την κούνια μέχρι που, μέχρι που μπαμ! Ο τοίχος άνοιξε Τώρα είμαστε ίσοι. Βρήκα τον άνθρωπο που περνούσε από τοίχους. Μου είχες πει από καιρό να τον ψάξω, δεν το έκανα και τώρα τον βρήκα μπροστά μου. Τώρα είναι αργά. Δεν φαίνεται να είναι νεκρός, αλλά είναι τόσο λευκός. Του προσέφερα λίγο ακόμα απο το αίμα μου. Συνήλθε. Μετά τον σκέπασα και πάλι με μπετά και τον σοβάτισα Ηρέμησα. Ο τοίχος έδειχνε αδιάφορος. Πήρα σκούπα και φαράσι και σε μάζεψα. Χάρισα την κούνια μου στους λατρευτές του πόνου. Αλλά στ' ορκίζομαι, κάθε φορά που μεθώ και περπατάω τοίχο-τοίχο, τον ακούω να μου τραγουδά,

κοριτσάκι μικρό άφησέ με, το ελαφρύ σου φευγιό κέρασέ με
μην κοιτάς τον τοίχο για ώρες, δεν αλλάζει το χρώμα στις κόρες
κοριτσάκι μικρό ήρθε η ώρα, να στεγνώσεις και εσύ απ' την μπόρα
κοριτσάκι μικρό μεγαλώνεις και με βία τον τοίχο ματώνεις.
κοριτσάκι μικρό μεγαλώνεις, σαν τρελή, για χόμπι σκοτώνεις.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Ω, Ο Ή Η.

Ο.. -Τι έχει στην τηλεόραση?
Η.. -Τίποτα
Ο.. -Να την σπάσουμε τότε.
Η.. -Σπάσε. ΣΠΑΣΕ.
Ο, υπάκουα σπασμένος, άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Ήταν μεγάλος
για λυγμούς και έτσι κατάφερε φανεί γελοίος μπροστά της. Μα αυτή η
σκληρή σκύλα δεν μασούσε παρά μόνο την τσίχλα της καθώς
απειλούσε το τασάκι με το τακούνι της.
Η.. -Φάε λίγη σοκολάτα, θα ηρεμήσεις.
Έριξε στάχτη στα μάτια του. Το τασάκι ζήλεψε.
Ο.. Έκανε μια λυπητερή κίνηση προς το μέρος της άγνωστης πρόθεσης.
Η.. Πέταξε δύο κομμάτια σοκολάτας στο πάτωμα. Δύο κομμάτια από αυτόν
έτρεξαν και τα έγλειψαν. Δεν ένιωσε καλύτερα, ένιωσε τα τακούνια
της στην πλάτη του, και ύστερα τα πόδια της, και ύστερα την αυθάδειά
της.
Η..- Μην κουνηθείς. Βολεύτηκα.
Το τασάκι παραφούσκωσε από απομεινάρια. Το τασάκι ενοχλήθηκε.
Τίναξε τις στάχτες της στον αέρα. Πήρε μία τζούρα και το πέταξε
κάτω.
Το τασάκι τα πήρε. Και το τασάκι έφυγε.
Αυτός όχι

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

ΟΛΑ.

Τέλειοι ξενόφερτοι κώλοι στριπτιζάδικου, μικρά στρογγυλά τραπεζάκια καταπλακωμένα απο φτηνίαρικα ριχτά τραπεζομάντηλα, ίσα ίσα για να μην ξετρυπώνει η υπεραυτονόητη καύλα των μεθυσμένων απο ευτυχία, φαντασία ανυπομονησία και αν μη τι άλλο, ανακατεμένη αλκοόλη. Ναι, κάθε καρυδιάς καρύδι στεκόταν μπουχτισμένο, περιορισμένο, έτομο να εκραγεί και να ξεσπάσει, αλλά ποτέ δεν το έκανε όσο ακόμα επικρατούσε το σκοτάδι. Σαν σκυλί ανάμεσα σε σκύλες εκτός περιόδου αναπαραγωγής. Με πλησίασε και εμένα μία θεότητα του θράσους και του κάλλους. Το όνομά της ήταν φθηνό όσο και το κορμί της. Απέτυχα στην προσπάθεια να απορρίψω το ψέμα της και για δέκα λεπτά δεν άνηκε σε μένα και εγώ σε αυτήν, δεν ξέσπασε σε κλάματα, δεν μύρισε ιδρώτα ούτε η μασχάλη της, ούτε και το αυτί της. Την ζήλεψα, μετά την λυπήθηκα, μετά την βαρέθηκα. Την έδιωξα. Πήγα σπίτι. Ξέσπασα με μία μπύρα σε μια μπύρα και κοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα ο πονοκέφαλος την είχε κάνει πριν τον καταλάβω και ήταν και πάλι βράδυ.
Καθρέφτης, μάτια, κώλος στριπτιζάδικου, φθηνό φόρεμα και ραντεβού. Απαίσια τραπέζια, απαίασια μαντήλια και μία αγκαλιά που προσπάθησα να την κάνω απαίσια μα δεν μου βγήκε. Τίποτα δεν φαινότανε σωστό μα ήξερα πως ήταν. Σωστά μάτια στα σωστά κορμιά. Αλκοόλ, παράνομα χάδια και γελάκια αγωνίας. Όλα σωστά σε λάθος χρόνο. Και τι να κάνεις! Να μην παραδωθείς? Ξεσκισμένη σαν πουτάνα θά ' ναι αύριο η καρδιά σου αλλά.. ΑΛΛΑ ! Kαι όταν τελείωσαν και αυτά τα δέκα λεπτά, πήγα να παίξω πάλι στα χαμηλότερα τραπέζια, εκεί που εγώ διώχνω, εγώ ποντάρω, εγώ φρενάρω και όταν γουστάρω ξεμπαρκάρω. Εκεί που πάντα θά' μαι άρχοντας και όλες οι μάρκες δικές μου. Όλα τα τραπεζομάντηλα δικά μου. Η προσωρινή χαρά ΜΟΥ. Έτσι πάνε αυτά αν θέλεις μόνο να κερδίζεις. Βλάκα.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Στα πάρκα. Ναι, στα πάρκα.

Κάτι σαν να πήρε το αυτί μου,αδιαφόρησα. Πήρα έναν καφέ και πήγα στο πάρκο να πάρω και μάτι. Ναι, καφές βραδιάτικα. Ο κόσμος ήταν ήρεμος παρά τα κρυφά μεγάλα νεα.
-Δύσπιστοι αλήτες! Εσείς και οι ελπίδες σας, κούνησα και την παλάμη μου γιαγιαδίστικα σαν να επρόκειτο να τσιμπίσω κάποιο μάγουλο.
Προτίμησα να ξεκινήσω με την σωστή ιεραρχία , ξες τα γνωστά προκαταρκτικά, και κάθισα σ'ένα παγκάκι ακριβώς απέναντι απο ένα ζευγάρι αποδεικνύοντας το θράσος και την αδιακρισία μου. Τους χάζευα στα φανερά. Ανάθεμά με αν ποτέ πήραν χαμπάρι την παρουσία μου! Σαλιάριζαν εξαιρετικά ηχηρά, τόσο που σχεδόν με ενοχλούσαν. Σπλάσα σπλάσα και σ'αγαπάω μωρό μου. Μου έκαναν. Πίστεψα σ' αυτούς. Κοιτιόντουσαν στα μάτια. Αριστερό με αριστερό και μετά δεξί με δεξί και μετά αντίστροφα και αντίθετα και πάλι απ'την αρχή, και αυτή η τροχιά δεν ξέφευγε που να χαλούσε ο κόσμος. Ζαλίστηκα, για λίγο αφαιρέθηκα. Με ξύπνησε ο ήχος. Ένα αστείο μουγκριτό πίσω απο τα δέντρα. Μία κραυγή σχεδόν πνιχτή πίσω απο τα άλλα δέντρα. Μια δειλή παρατήριση "σσςς" πίσω απο τα παραπίσω δέντρα. -Χαζοί άνθρωποι. Τι θα πει "σσςς" ! - Ξανα αφαιρέθηκα. Με ξύπνησε ο ήχος του ρουφηγμένου φραπέ. Του δικού μου φραπέ. -Κάτι πάει λάθος- Κοίταξα το ζευγάρι με αγωνία, αλλά αυτοί στον κόσμο τους. Το αγόρι βλεφάρισε, το άκουσα, οι πίσω απο τα πρώτα δέντρα τελείωσαν, το άκουσα, μια στάλα καφέ τινάχτηκε απ' το καλαμάκι και προσγειώθηκε στο μπούτι μου, ΤΟ ΑΚΟΥΣΑ. Άκουγα τα πάντα. Τις μαργαρίτες που ρουφούσαν το νερό απο το έδαφος, τα δέντρα που ρουφούσαν το διοξειδιο του άνθρακα, τις γυναίκες που ρουφούσαν τα φύλα , τους άνδρες που ρουφούσαν το οξυγόνο απο τα φύλλα, τους ματάκηδες που ρουφούσαν τα ίδια τους τα σάλια, τα κουνούπια που ρουφούσαν το αίμα απο τα αυτιά του ζευγαριού, το κουνούπι που ρουφούσε το αίμα στο δικό μου το αυτί. Στο δικό μου αυτί? Ακούμπησα τ' αυτιά μου και μετά κοίταξα τα χέρια μου. Ναι . Αίμα. Σε αυτή την θέα άρχισα να πονάω αλλά δεν κουνήθηκα. Έιχα πάει για να πάρω μάτι και αυτό θα έκανα. Κάθισα στο παγκάκι μου. Τώρα ήταν ξεκάθαρο. Το παγκάκι κουνιόταν ,το συντριβάνι κουνιόταν , το ζευγάρι κουντιόταν. Αυτό θα μπορούσες να το δικαιολογήσεις, όχι ομως τωρα. Τώρα ολα έτρεμαν και δεν ήταν απο έρωτα. Όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι τσιρίζοντας, πράγμα ακόμα πιο οδυνηρό. Μερικοί εκμεταλλεύτηκαν την ώθηση και συνέχισαν επίμονα τα μέσα έξω μέχρι τέλους. Ένας τύπος άρπαξε το πορτοφόλι μου, μου έσταξε και λίγο απο το αίμα του στο χέρι. Το ζευγάρι εκεί. Και εγώ εκεί, τον καφέ μου. Γελούσα νευρικά με δάκρυα. Το χέρι μου κουνιόταν πάνω κάτω ώσπου ο καφές χύθηκε στην μπλούζα μου. -Δεν πρόλαβα να τον πιώ, υπέθεσα με αφέλεια και πριν ολοκληρώσω τα γαμωσταυρίδια μου, είδα καθώς κοιτούσα ψηλά (απαραίτητο για ένα καλό βρισίδι) , ένα σωρό απο όμορφα χρώματα κομματιασμένων πλανητών. Αφαιρέθηκα . Ένας λευκός νάνος με χτύπησε στην πλάτηγια να με ξυπνησει και στην συνέχεια να με σκοτώσει. –Τελικά τον ήπιαμε, πρόλαβα να σκεφτώ και μετά ψόφισα.

Πολλά έτη φωτός μακριά. Φυσιολογικές εντάσεις.Το αίμα των ζευγαριών στην θέση του. Παγκάκι, ζευγάρι που δεν κοιτίεται στα μάτια. Απογοητευμένος, για πάντα ξάγρυπνος, ματάκιας και πάμε.

-Ένα αστέρι έπεσε! Το είδες?
-Όχι.
-Πάμε σπίτι?
-Όχι.
-Πάμε πίσω απο τα δέντρα?
-Πάμε.
-Πάμε.

-Πάμε.

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Πυρομπουκιές.

Ούτε ύπνος , ούτε ξύπνιος, παραδόξως, ούτε κάτι ενδιάμεσο. Άναψα ξανά το τσιγάρο μου και το μασούσα γιά ώρα σαν μπουκιά. Ίσως έτσι να έβλεπα και κανά όνειρο. -Βιάσύνη, κόρνα και χτυποκάρδια στα τιμόνια.- Α! Τί να το κάνεις το όνειρο αν έχει γεύση χθεσινού ρεαλισμού? Ανοιχτά μάτια ξανά. Μπουκιά και ελπίδα. - Ταράτσες με θέα χαμηλά, <Πήδα μωρή, πήδα! > - Κραυγή! Ιδρωμένος πανικός. "Δεν μπορώ να κοιμηθώ", σκέφτηκα. Πήρα το τσιγάρο μου και βγήκαμε μιά βόλτα στο μπαλκόνι. Ο διαγώνια γείτονας με χαιρέτησε σηκώνοντας το κεφάλι και ταυτόχρονα το δεξί φρύδι. Μπουκιά και συχγώριο. Αλλά εγώ ήθελα απλά να κοιμηθώ. -Κανένα όριο! Εγώ ήθελα απλά ν’αγαπηθώ- . Τινάχτηκα. Όχι, όχι. Δεν θέλω ούτε τέτοια όνειρα. Μπουκιά και παράπονο. -Παρά τον πόνο επιμένουμε να επιβραδύνουμε το τέλος - . Πού ήταν η λύτρωση που ζητούσα? " Ή,ταν ή επι τασακίου..", μισοσκέφτηκα μα σταμάτησα εκεί μ' ένα γελάκι. Έπεσα σε κώμα μ' ένα βούρκωμα πόνου. Θυμάμαι το ιδρωμένο χέρι μου και το ήδη μουσκεμένο γόνατό μου. Τί να σφουγγίξει και αυτό το κακόμοιρο. Ο γείτονας πρέπει να φώναζε "φωτιά". Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Εστίασα στα ουρλιαχτά. Τα δικά μου , τα δικά σου και τα δικά μας. Και ο εαυτός μου επαναλάμβανε απο μέσα του " αυτός ο πόνος δεν θα υπάρχει σε λίγα λεπτά..αυτός ο πόνος δεν θα υπάρχει σε λίγα λεπτά". Και να που τα σημάδια που αφήνει ο καιρός, ήρθε ο ώρα, να τα σβήσει ο χρόνος. Βλέμμα δεξιά. Βλέμμα αριστερά. Άγχος και θλίψη. Όλα δώρα απο' μένα. Ίσια μπροστά μία πουτάνα πόρτα, Θέμα χρόνου να μου ανοιχτεί. Και όταν τελικά ήρθε η στιγμή, μας καταπλάκωσε η κορύφωση. Κακά νέα.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...