Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Καλτ γκόμενος.

Δεν τον αντέχω , δεν τον μπορώ. Έρχεται συνέχεια με αυτό το λοξό του καπελάκι αλά Waits , το επίσης λοξό του υφάκι με προσποιητό βαθύ βλέμμα,  το παραχαϊδεμένο  του μουσάκι, μα στ' αλήθεια? Γίνεται να μην τον έχει πάρει χαμπάρι κανείς? Κάθεται με ανησυχία στην καρέκλα και δεν χάνει τον χρόνο του. Τραβάει την προσοχή απ' τα μαλλιά. Η δική μου πόνεσε με την πρώτη του φράση. Όχι πάλι, σκέφτηκα και έκοψα μια βόλτα με τα μάτια μου για ένα ίχνος συμπαράστασης απ' τα μάτια κάποιου που συμπάσχει. Τζάμπα περπάτημα, δεν βρήκα κανένα. Κοίταξα ψηλά για κάποιο έλεος και τι να δω, όλοι κρέμονταν απ' τα χείλη του, και εγώ , στο έδαφος πια, έτριβα την μούρη μου στην άσφαλτο κατά την προσπάθεια να πιέσω το μυαλό μου να εστιάσει αλλού. Αλλά η φωνή του είναι αξεπέραστη. Ζεστή, βραχνή. Ταλέντο το λένε κάποιοι κάποιοι. Εγώ πιστεύω πως καπνίζει ένα πακέτο πριν βγει στην σκηνή για να  τον παίξει. Όλα τα βλέμματα γύρισαν προς το μέρος μου. Δεν μπορεί! Απευθύνθηκε σε μένα! Ξύπνησα απ' το ηδονικό μου όραμα πόνου και τότε πόνεσα στ' αλήθεια. "Εσύ τι πιστεύεις?", με ρώτησε, περιμένοντας να συμφωνήσω με κάποια θεωρία του, προσθέτοντας με φιλοσοφικό λόγο στοιχεία, αλλά  όχι πολλά ούτως ώστε να μην χάσει τα copyrights. "Συγνώμη αφαιρέθηκα", είπα με εμφανή ειλικρίνεια, "τι με ρώτησες?". "Σε ρώτησα τι γνώμη έχεις για το μπλα μπλα μπλα..", απάντησε θιγμένος στα κρυφά. Με είχε ήδη χάσει και το ήξερε. "σε τσάκωσα", έλεγε το βλέμμα μου. "μπεεεε" , απαντούσε το δικό του. Αλλά κανείς δεν έπιασε αυτές τις συχνότητες και βγήκα πάλι μαλάκας. Δεν άντεξα, στον επόμενο προβληματισμό του χώθηκα σαν φύκι στα μαλλιά του. Φαφλάτισε κάτι για την απέραντη θάλασσα που του προκαλούσε θλίψη. Αναστέναξα ασυνείδητα από την βαρεμάρα μου. "και εσένα σου προκαλεί θλίψη ε?", παρερμήνευσε απευθυνόμενος και πάλι στο πρόσωπό μου. Δεν τα παρατούσε με τίποτα, δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Έπρεπε να μας σώσει όλους απ'την αμάθεια ο σοφός ο καλλιτέχνης, ο δάσκαλος του δρόμου, ο χριστός της γειτονιάς μας. Βρε άι στο διάολο. Τώρα με στρίμωξε για τα καλά, χαχάνισα από μέσα μου και μετά το χάος.
Ξεκίνησα πάλι με  έναν αναστεναγμό και στην συνέχεια  άρχισα να κολλάω μεταξύ τους λέξεις που κολλάνε από μόνες τους : Η θάλασσα. Αυτή η αλμυρή αγριάδα της φύσης που δεν σου επιτρέπει να φοράς την μάσκα σου. Γιατί στην ανταντανάκλασή της φαίνεται μόνο ο γυμνός εαυτός σου. Κάπου εκεί αηδίασα με τον γυμνό εαυτό μου αλλά μέχρι να τελειώσω την σάλτσα μου,  με είχε ήδη φάει με το βλεμματικό του χειροκρότημα. Κάτι στην ανακούφιση του Tom, κάτι στην ατμόσφαιρα αποδοχής της γλυκανάλατης βλακείας, κάτι σαν γεύση κατακαθιού μου αποτελείωσε το είναι και δεν άντεξα. Ήθελα να πω πολλά αλλά αυτά τα λόγια, τα αληθινά ποτέ δεν μου κάθονται αρκετά για να τα ξεστομίσω. ωρύονται  αστραπιαία και ταυτοχρονισμένα μέσα στο κεφάλι μου και με κάνουνε να τρέμω. "είσαι ηλίθιος" , κατέληξα με ευκολία. πλήρωσα και έφυγα.

3 σχόλια:

Lost For Words* είπε...

λίγο σιχαμένοι αυτοί, όχι?
τραβάνε τη προσοχή, αλλά ποτέ δεν έχουν αυτό που θέλουν.

kuče είπε...

Λίγα λόγια για τα παραχαιδεμένα μουσάκια αυτοί που δε καπνίζουν ξέρουν οτι είναι ο ιδανικός τρόπος να απασχολείς τα χέρια σου

Amola Kaluba είπε...

panta exoun afto pou theloun kata ena super paradosko kai adiko tropo. oso gia ta paraxaidemena mousakia, ntaks , ligo nero sta krasia mas kai tha erthei k to kraksimo gia to tsigaro osonoupw.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...