Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Στα πάρκα. Ναι, στα πάρκα.

Κάτι σαν να πήρε το αυτί μου,αδιαφόρησα. Πήρα έναν καφέ και πήγα στο πάρκο να πάρω και μάτι. Ναι, καφές βραδιάτικα. Ο κόσμος ήταν ήρεμος παρά τα κρυφά μεγάλα νεα.
-Δύσπιστοι αλήτες! Εσείς και οι ελπίδες σας, κούνησα και την παλάμη μου γιαγιαδίστικα σαν να επρόκειτο να τσιμπίσω κάποιο μάγουλο.
Προτίμησα να ξεκινήσω με την σωστή ιεραρχία , ξες τα γνωστά προκαταρκτικά, και κάθισα σ'ένα παγκάκι ακριβώς απέναντι απο ένα ζευγάρι αποδεικνύοντας το θράσος και την αδιακρισία μου. Τους χάζευα στα φανερά. Ανάθεμά με αν ποτέ πήραν χαμπάρι την παρουσία μου! Σαλιάριζαν εξαιρετικά ηχηρά, τόσο που σχεδόν με ενοχλούσαν. Σπλάσα σπλάσα και σ'αγαπάω μωρό μου. Μου έκαναν. Πίστεψα σ' αυτούς. Κοιτιόντουσαν στα μάτια. Αριστερό με αριστερό και μετά δεξί με δεξί και μετά αντίστροφα και αντίθετα και πάλι απ'την αρχή, και αυτή η τροχιά δεν ξέφευγε που να χαλούσε ο κόσμος. Ζαλίστηκα, για λίγο αφαιρέθηκα. Με ξύπνησε ο ήχος. Ένα αστείο μουγκριτό πίσω απο τα δέντρα. Μία κραυγή σχεδόν πνιχτή πίσω απο τα άλλα δέντρα. Μια δειλή παρατήριση "σσςς" πίσω απο τα παραπίσω δέντρα. -Χαζοί άνθρωποι. Τι θα πει "σσςς" ! - Ξανα αφαιρέθηκα. Με ξύπνησε ο ήχος του ρουφηγμένου φραπέ. Του δικού μου φραπέ. -Κάτι πάει λάθος- Κοίταξα το ζευγάρι με αγωνία, αλλά αυτοί στον κόσμο τους. Το αγόρι βλεφάρισε, το άκουσα, οι πίσω απο τα πρώτα δέντρα τελείωσαν, το άκουσα, μια στάλα καφέ τινάχτηκε απ' το καλαμάκι και προσγειώθηκε στο μπούτι μου, ΤΟ ΑΚΟΥΣΑ. Άκουγα τα πάντα. Τις μαργαρίτες που ρουφούσαν το νερό απο το έδαφος, τα δέντρα που ρουφούσαν το διοξειδιο του άνθρακα, τις γυναίκες που ρουφούσαν τα φύλα , τους άνδρες που ρουφούσαν το οξυγόνο απο τα φύλλα, τους ματάκηδες που ρουφούσαν τα ίδια τους τα σάλια, τα κουνούπια που ρουφούσαν το αίμα απο τα αυτιά του ζευγαριού, το κουνούπι που ρουφούσε το αίμα στο δικό μου το αυτί. Στο δικό μου αυτί? Ακούμπησα τ' αυτιά μου και μετά κοίταξα τα χέρια μου. Ναι . Αίμα. Σε αυτή την θέα άρχισα να πονάω αλλά δεν κουνήθηκα. Έιχα πάει για να πάρω μάτι και αυτό θα έκανα. Κάθισα στο παγκάκι μου. Τώρα ήταν ξεκάθαρο. Το παγκάκι κουνιόταν ,το συντριβάνι κουνιόταν , το ζευγάρι κουντιόταν. Αυτό θα μπορούσες να το δικαιολογήσεις, όχι ομως τωρα. Τώρα ολα έτρεμαν και δεν ήταν απο έρωτα. Όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι τσιρίζοντας, πράγμα ακόμα πιο οδυνηρό. Μερικοί εκμεταλλεύτηκαν την ώθηση και συνέχισαν επίμονα τα μέσα έξω μέχρι τέλους. Ένας τύπος άρπαξε το πορτοφόλι μου, μου έσταξε και λίγο απο το αίμα του στο χέρι. Το ζευγάρι εκεί. Και εγώ εκεί, τον καφέ μου. Γελούσα νευρικά με δάκρυα. Το χέρι μου κουνιόταν πάνω κάτω ώσπου ο καφές χύθηκε στην μπλούζα μου. -Δεν πρόλαβα να τον πιώ, υπέθεσα με αφέλεια και πριν ολοκληρώσω τα γαμωσταυρίδια μου, είδα καθώς κοιτούσα ψηλά (απαραίτητο για ένα καλό βρισίδι) , ένα σωρό απο όμορφα χρώματα κομματιασμένων πλανητών. Αφαιρέθηκα . Ένας λευκός νάνος με χτύπησε στην πλάτηγια να με ξυπνησει και στην συνέχεια να με σκοτώσει. –Τελικά τον ήπιαμε, πρόλαβα να σκεφτώ και μετά ψόφισα.

Πολλά έτη φωτός μακριά. Φυσιολογικές εντάσεις.Το αίμα των ζευγαριών στην θέση του. Παγκάκι, ζευγάρι που δεν κοιτίεται στα μάτια. Απογοητευμένος, για πάντα ξάγρυπνος, ματάκιας και πάμε.

-Ένα αστέρι έπεσε! Το είδες?
-Όχι.
-Πάμε σπίτι?
-Όχι.
-Πάμε πίσω απο τα δέντρα?
-Πάμε.
-Πάμε.

-Πάμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...